2009
Ιουνίου 24th, 2011 § Γράψτε ένα σχόλιο
Απόγευμα 2009.
Περπατούσα ήδη μία ώρα, και σε λίγα λεπτά έφτανα στον προορισμό μου, ένα σπίτι στα Εξάρχεια. Γύρω μου ο καιρός ήταν ήπιος Σεπτέμβρης, και μια πιθανότητα καταιγίδας δεν το έκανε θέμα, πίσω από τις θαυματουργές πολυκατοικίες. Το βλέμμα μου κοίταζε το έδαφος για να μην προκαλεί η παρουσία μου, και οι ροές του θύμιζαν όνειρο προεφηβικής ηλικίας. Φαντασιωνόμουν εκρηκτικά σενάρια για την εξέλιξη της βραδιάς, που η υπενθίμυση περί της φόδρας της πραγματικότητας τα μετέτρεπε σε παστέλ.
Ο κυνισμός των φίλων μου έχει προκαλέσει ρωγμές στην ρομαντική πανοπλία που έχει γίνει το δεύτερο δέρμα μου. Ο κυνισμός όλου του κόσμου, της επικρατούσας αισθητικής και των επαναστατών του καιρού μας, ταράσσει την συλλεκτικής αξίας καρδιά μου. Ο κυνισμός, είναι το μεταλλικό βαρίδιο στην παλλάντζα της ηθικής μας και παίζει παιχνίδια βαρύτητας με τις ραγισμένες μας καρδιές.
Για τους άνωθι λόγους, όταν μου άνοιξε την πόρτα, ξινές γεύσεις δημιουργήθηκαν στις νευρικές απολήξεις των μυών στα μάγουλά μου, που προκάλεσαν την γέννηση ενός από τα πιό ζεστά και οπιούχα χαμόγελα που θα μπορούσα να παράσχω.
«Κούκλε μου.»
Του απάντησα αγκαλιάζοντας όσο λιγότερο τυπικά μπορούσα το σώμα του, που κάθε φορά ξεχνάω ότι είναι πιο ψηλό και αρσενικό από το δικό μου, θυμίζοντας δένδρο. Οι αγκαλιές, είναι τα υπολλείματα μιας εποχής όπου το θάρρος συναρμολογούσε σχέσεις, και όχι απόψεις για το πόσο περισσότερο μόνοι θα καταφέρουμε να νιώσουμε.
«Μου έλειψες.»,
είπα, και αμέσως έκρινα την φράση μου ως υπερβολικά μιας περσόννας και όχι εμού, καθώς καραδοκεί στην γωνία το άλγος του φόβου της ανθρώπινης επαφής, ακροβασία μεταξύ ανταγωνισμού και απόγνωσης, επανέρχομαι ενθυμόμενος ότι πραγματικά τον αγαπάω.
Στο κάδρο της αντάμωσής μας, και καθώς ανεβαίναμε τις σκάλες, προσπαθούσα να πείσω το σώμα μου να βγεί από την κατάσταση υπερδιέγερσης.
